Ένα εντυπωσιακό σπήλαιο με υπόγειες λίμνες, βρίσκεται στη βόρεια πλευρά σε απόσταση ενός χιλιομέτρου από την πόλη της Καστοριάς, πριν τη μονή της Παναγίας της Μαυριώτισσας. Σύμφωνα με την παράδοση, στο σπήλαιο υπήρχε ένα χρυσωρυχείο που το φιλούσε ένας άγρυπνος δράκος λόγος για τον οποίο, πιθανόν να ονομάζεται Σπηλιά του Δράκου. Η είσοδος του σπηλαίου απέχει 15 μέτρα από τον παραλίμνιο δρόμο και οι πρώτες καταγεγραμμένες επισκέψεις ανάγονται στο 1954. Η πρώτη σοβαρή εξερεύνηση και χαρτογράφηση έγινε από την Σπηλαιολογική Εταιρεία το 1963 και ακολούθησαν και άλλες αποστολές.
Σύμφωνα με τη χαρτογράφηση υπάρχουν πέντε διάδρομοι-σήραγγες, δέκα αίθουσες διαφόρων διαστάσεων καθώς και επτά υπόγειες λίμνες. Το μεγαλύτερο βάθος από την είσοδο φτάνει τα 18 μέτρα και η μέση θερμοκρασία είναι 16-18ο C.
Τα νερά της σπηλιάς ακολουθούν τη στάθμη της λίμνης της Καστοριάς. Στη διάνοιξη του σπηλαίου συνετέλεσε η υψηλή στάθμη αυτής σε παλαιότερες περιόδους. Τα νερά κατέκλυζαν το σπήλαιο εντελώς κατά τη διάρκεια του σχηματισμού του. Οι σταλαγμίτες που είναι σήμερα βυθισμένοι στο νερό σχηματίστηκαν σε περιόδους πολύ χαμηλής στάθμης. 6 εκατομμύρια χρόνια περίπου πρέπει να χρειάστηκαν για να φτάσει το σπήλαιο στην σημερινή του μορφή, που μπορεί να είναι μεγαλύτερο από όσο έχει εξερευνηθεί μέχρι σήμερα.
Το ανατολικό τμήμα της μεγάλης αίθουσας στολίζεται από τεράστια σταλακτιτικά παραπετάσματα που κρέμονται σαν πέτρινες κουρτίνες από τα τοιχώματα και την οροφή. Σταλακτίτες αυτού του μεγέθους χρειάζονται εκατοντάδες χρόνια για να σχηματιστούν.
Στο Σπήλαιο του Δράκου που είναι από τα εντυπωσιακότερα, έχουν ανακαλύφθει πολύ σημαντικά ευρήματα από οστά αρκούδας των σπηλαίων, ηλικίας 10.000 χρόνων.